ˈpso.ɲa
Ετυμολογίαψώνια < πληθυντικός αριθμός του ψώνιο < μεσαιωνική ελληνική ψώνι(ν) < ελληνιστική κοινή ὀψώνιον < αρχαία ελληνική ὀψώνης < ὄψον + ὠνέομαι
- τα εμπορεύματα που αγοράζονται κυρίως για κάλυψη αναγκών, όπως τα είδη διατροφής ή ρουχισμού
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ψώνιο
Τύποιψώνια(nominative, plural) · ψώνιων(genitive, plural, rare) · ψώνια(accusative, plural) · ψώνια(vocative, plural) · ψώνια(plural-only, neuter)