Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΩΔΙΚΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ωδικό
ωδικό
—
αιτιατική ενικού του ωδικός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ωδικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ωδικός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#667 · 17 Απριλίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις