WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ωθείς

ωθείςβ' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωθώ

Wiktionary →
Daily Puzzle #206 · 11 Ιανουαρίου 2022
·Archive
No comments yet