Ετυμολογίαωμέγα < αρχαία ελληνική ὦ μέγα σε αντίθεση με το ο μικρόν (όμικρον). ωμέγα μεγάλο, δηλαδή είναι μακρό, παραπάνω από έναν χρόνο (γλωσσολογία).
- το εικοστό τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (ω, κεφαλαίο: Ω). Αποτελεί καθαρά ελληνικό δημιούργημα για τη σωστή προφορά και τη φωνητική απόδοση των λέξεων, αφού οι αρχαίοι Έλληνες προέφεραν το ωμέγα ως μακρόσυρτο όμικρον ή "ου". Βαθμιαία έγινε μόνον ορθογραφικό σύμβολο, γιατί μετά τον 3ο π.Χ.
- Αριθμητικό σύμβολο κυρίως σε αρχαία και βυζαντινά κείμενα, όπου το Ω που έχει τόνο δεξιά επάνω (Ω΄ή ω΄), σημαινει τον αριθμό 800 και όταν έχει τον τόνο αριστερά κάτω, τον αριθμό 800.000
- Εξαίρεση σε αυτή την αρίθμηση αποτελεί η Ιλιάδα και η Οδύσσεια όπου το Ω σημαίνει την 24η ραψωδία
- ονομασία λιπαρών οξέων
“τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα του ψαριού ωφελούν την καρδιά”
- μονάδα ή σύμβολο σε διάφορες επιστήμες. Στα αφηρημένα μαθηματικά συμβολίζει ειδικούς αριθμούς, στη φυσική την γωνιακή ταχύτητα, στην τριγωνομετρία είναι σύμβολο γωνιών κ.λπ.
“η γωνία ω ή ΑΒΓ είναι ίση με την χ ή ΒΓΑ”
- στη ζωολογία όπως και στην κοινωνιολογία είναι σύμβολο του μέλους της αγέλης που δεν το σέβεται κανένα άλλο και από αυτή τη χρήση -ή ίσως από το γεγονός ότι είναι το τελευταίο γράμμα του αλφαβήτου- πιθανόν πήγασε η έκφραση υποτίμησης και περιφρόνησης στην αργκό
“Αυτός ο τύπος είναι ωμέγα (δηλαδή ο τελευταίος, ο χειρότερος)”
- αρχετυπικό σύμβολο στη χριστιανική θρησκεία και στη φιλοσοφία
Τύποιωμέγα(invariable, neuter)