WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ωραία

adjective

ωραίαΘηλυκό του «ωραίος»: όμορφη, καλή στην εμφάνιση ή ευχάριστη.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #33 · 22 Ιουλίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα