Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΩΤΙΤΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ωτίτη
noun
ωτίτη
—
Φλεγμονή του αυτιού (ωτίτιδα).
Λεξικό
/oˈti.ti/
noun
accusative, form-of, genitive, masculine, singular
genitive/accusative/vocative singular of ωτίτης (otítis)
Τύποι
otíti
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#857 · 24 Οκτωβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις