WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ωχρής

επίθετο

ωχρήςΠου έχει ωχρό, κιτρινωπό και άτονο χρώμα (π.χ. πρόσωπο).

Wiktionary →
Daily Puzzle #1040 · 24 Απριλίου 2024
·Archive
No comments yet