Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΩΧΡΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ωχρών
ωχρών
—
γενική πληθυντικού του ωχρός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
noun
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ώχρα
adj
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ωχρός
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ωχρή
genitive, plural
γενική πληθυντικού του ωχρό
Τύποι
ωχρών
(feminine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#781 · 9 Αυγούστου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις