WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

όγδοε

adjective

όγδοεΚλητική ενικού του «όγδοος»: αυτός που είναι στην όγδοη θέση ή σειρά.

Daily Puzzle #765 · 24 Ιουλίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα