Ετυμολογίαόγδοο < ουδέτερο του όγδοος
- κάθε ένα από τα οχτώ ίσα μέρη ενός συνόλου
- νότα που διαρκεί το ένα όγδοο του μέτρου
“o Άκης Πάνου χρησιμοποίησε εκτεταμένα τον παραδοσιακό ρυθμό εννέα όγδοα της ρεμπέτικης μουσικής”
- σύμβολο νότας που διαρκεί το ένα όγδοο του μέτρου
- accusative, singularαιτιατική ενικού του όγδοος
- accusative, neuter, nominative, singular, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του όγδοος
Τύποιόγδοο(singular, nominative) · όγδοα(nominative, plural) · όγδοου(genitive, singular) · ογδόου(genitive, singular) · όγδοων(genitive, plural) · ογδόων(genitive, plural) · όγδοο(accusative, singular) · όγδοα(accusative, plural) · όγδοο(singular, vocative) · όγδοα(vocative, plural) · όγδοο(neuter)