WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

όλβια

adjective

όλβιαΕυτυχισμένη, μακαρισμένη (θηλυκό του «όλβιος»).

Daily Puzzle #585 · 25 Ιανουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα