WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

όλμων

ουσιαστικό

όλμωνΓενική πληθυντικού του «όλμος»: το γουδί, σκεύος όπου κοπανίζουμε/αλέθουμε υλικά.

Wiktionary →
Daily Puzzle #875 · 11 Νοεμβρίου 2023
·Archive
No comments yet