WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

όξυνα

verb

όξυναΈκανα κάτι πιο οξύ ή πιο έντονο (π.χ. πόνο, σύγκρουση, πρόβλημα).

Daily Puzzle #1666 · 10 Ιανουαρίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα