Ετυμολογίαόπερα < (άμεσο δάνειο) ιταλική opera < λατινική opera (έργο), επίσης πληθυντικός αριθμός του opus (έργο)
- μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι
“Η όπερα γεννήθηκε στη Φλωρεντία του 16ου αιώνα, από την προσπάθεια μιας παρέας φίλων ουμανιστών να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα.”
- κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού
“οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες”
- κτίριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις
“Η όπερα του Σίδνεϊ είναι έργο του δανού αρχιτέκτονα Jørn Utzon.”
- ο φορέας, η διοίκηση, ο θεμός μιας συγκεκριμένης όπερας
“Έχει εμφανιστεί στις σπουδαιότερες όπερες του κόσμου, στην όπερα του Μιλάνου, στην όπερα Metropolitan της Νέας Υόρκης.”
Τύποιόπερα(singular, nominative) · όπερες(nominative, plural) · όπερας(genitive, singular) · οπερών(genitive, plural, rare) · όπερα(accusative, singular) · όπερες(accusative, plural) · όπερα(singular, vocative) · όπερες(vocative, plural) · όπερα(feminine)