ˈo.ɾa.ma
Ετυμολογίαόραμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅραμα
:* για το ιδανικός, τον στόχο < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική vision
- οπτική εμπειρία χωρίς να υπάρχει εξωτερικό ερέθισμα
“Ο Κωνσταντίνος είδε σε όραμα το σημείο του Σταυρού με τη φράση ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ”
- η επιθυμία πραγματοποίησης ενός ιδανικού, ο στόχος
“το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο”
- rareό,τι βλέπουμε
“τα οράματα και τα ακούσματα”
Τύποιόραμα(singular, nominative) · οράματα(nominative, plural) · οράματος(genitive, singular) · οραμάτων(genitive, plural) · όραμα(accusative, singular) · οράματα(accusative, plural) · όραμα(singular, vocative) · οράματα(vocative, plural) · όραμα(neuter)