Ετυμολογίαόργιο < αρχαία ελληνική ὄργια, συγγενές με το ἔργον
- λατρεία στην οποία οι πιστοί χορεύουν και τραγουδούν ξέφρενα
- ομαδική σεξουαλική δραστηριότητα
- μεγάλη ποσότητα, πληθωρική παρουσία ενός πράγματος
“όργιο βλάστησης, όργιο χρωμάτων (και κακόσημα) όργιο παρανομιών”
- slangχαρακτηρισμός για άνθρωπο που θεωρείται ανίκανος, απαράδεκτος, ασυνάρτητος ή απρόβλεπτος
Τύποιόργιο(singular, nominative) · όργια(nominative, plural) · οργίου(genitive, singular) · όργιου(genitive, singular) · οργίων(genitive, plural) · όργιο(accusative, singular) · όργια(accusative, plural) · όργιο(singular, vocative) · όργια(vocative, plural) · όργιο(neuter)