Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΡΙΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
όριζε
verb
όριζε
—
Παρατατικός του «ορίζω»: καθόριζε ή έθετε όρια/κανόνες.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1542 · 8 Σεπτεμβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις