Originόρνις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄρνις (αρσενικό ή θηλυκό) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα*h₂oren, *h₃eren
- obsoleteπαρωχημένος ταξινομικός όρος για γένος ή γένη που ανήκουν στην τάξη Ορνιθόμορφα Galliformes, και στους Φασιανίδες (οικογένεια Phasianidae)
“όρνις η οικιακή (Όρνιθα η οικιακή) - ὄρνις ἡ οἰκιακή (καθαρεύουσα), η κότα”
Formsόρνις(feminine) · Όρνις(masculine)
Source: Wiktionary — CC BY-SA 4.0