Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΟΡΧΙΣ
A WORD EXAMINED
όρχις
a portrait in meaning space
όρχις
—
το αρχίδι
Βικιλεξικό →
Λεξικό
ˈoɾ.çis
Ετυμολογία
όρχις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄρχις.
noun
formal
το αρχίδι
Τύποι
όρχις
(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις
Μεταφράσεις
2
testicle
English
testicule
French