Originόρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄρχος (σειρά από οπωροφόρα δέντρα ή αμπέλια), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parc militaire ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική military park
- ο στρατιωτικός σχηματισμός που σε καιρό πολέμου φροντίζει για τον ανεφοδιασμό, τη συντήρηση και την επισκευή διαφόρων υλικών
- το σύνολο των στρατιωτικών οχημάτων
- ο τόπος όπου είναι συγκεντρωμένα τα στρατιωτικά οχήματα
Formsόρχος(singular, nominative) · όρχοι(nominative, plural) · όρχου(genitive, singular) · όρχων(genitive, plural) · όρχο(accusative, singular) · όρχους(accusative, plural) · όρχε(singular, vocative) · όρχοι(vocative, plural) · όρχος(masculine)