WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

όχθου

noun

όχθουΗ όχθου είναι η γενική του «όχθη», δηλ. η στεριά/άκρη δίπλα σε ποτάμι ή λίμνη.

Daily Puzzle #610 · 19 Φεβρουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα