Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΥΦΑΝΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ύφανε
ύφανε
—
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1431 · 20 Μαΐου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις