ˈi.fe.si
Ετυμολογίαύφεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (ύφ-) ἵημι.
: υποχώρηση έντασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détente
: οικονομική ύφεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression
- η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
“Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.”
“Μετά από πέντε χρόνια, η νόσος μου επιτέλους βρίσκεται σε ύφεση.”
- η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
- η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
- η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
Τύποιύφεση(singular, nominative) · υφέσεις(nominative, plural) · ύφεσης(genitive, singular) · υφέσεων(genitive, plural) · ύφεση(accusative, singular) · υφέσεις(accusative, plural) · ύφεση(singular, vocative) · υφέσεις(vocative, plural) · ύφεση(feminine)