Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΩΡΙΜΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ώριμα
adjective
ώριμα
—
Που έχει ωριμάσει, έτοιμο να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί (π.χ. φρούτα).
Λεξικό
Ετυμολογία
ώριμα < ώριμος
adv
με ωριμότητα
με υπευθυνότητα
με ολοκληρωμένο τρόπο
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1492 · 20 Ιουλίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις