WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ώριμα

adjective

ώριμαΠου έχει ωριμάσει, έτοιμο να φαγωθεί ή να χρησιμοποιηθεί (π.χ. φρούτα).

Daily Puzzle #1492 · 20 Ιουλίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα