← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1003

March 18, 2024

χ
α
ζ
ό
ς
Definition

χαζός — που του λείπει η εξυπνάδα (λέγεται και ως τρυφερή προσφώνηση)

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word