1,722 daily words and counting
#1722 · Mar 07, 2026
#1721 · Mar 06, 2026
Outside or beyond something; also the ordinal number sixth (e.g., sixth floor).
#1720 · Mar 05, 2026
εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν
#1719 · Mar 04, 2026
ανδρικό όνομα
#1718 · Mar 03, 2026
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλή
#1717 · Mar 02, 2026
nominative feminine singular of παχύς (pachýs)
#1716 · Mar 01, 2026
μια μικρότερη ή μεγαλύτερη τρύπα ή άνοιγμα στο δέρμα ή / και στους από κάτω ιστο…
#1715 · Feb 28, 2026
ανδρικό όνομα
#1714 · Feb 27, 2026
είμαι ντυμένος με
#1713 · Feb 26, 2026
με ηρεμία, ήσυχα
#1712 · Feb 25, 2026
γενική ενικού του λόγος
#1711 · Feb 24, 2026
αιτιατική ενικού του κρυφός
#1710 · Feb 23, 2026
για να είναι πιο στέρεο το κάρφωμα σε τοίχο
#1709 · Feb 22, 2026
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άμεσος
#1708 · Feb 21, 2026
Means “perfect/great,” used as an interjection or reply to say something is very…
#1707 · Feb 20, 2026
Ρούφα < γενική ενικού του αρσενικού Ρούφας
#1706 · Feb 19, 2026
το όνομα του Θεού για τους Μουσουλμάνους, και για τους αραβόφωνους Χριστιανούς
#1705 · Feb 18, 2026
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1704 · Feb 17, 2026
που έχει μεγάλο ανάστημα
#1703 · Feb 16, 2026
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1702 · Feb 15, 2026
verb: forget
#1701 · Feb 14, 2026
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τυφλός
#1700 · Feb 13, 2026
γενική πληθυντικού του φυτό
#1699 · Feb 12, 2026
accusative singular of έρανος (éranos)
#1698 · Feb 11, 2026
εξαιρουμένου +γενική, με εξαίρεση, εξαιρώντας, πέρα +από, πέραν +γενική
#1697 · Feb 10, 2026
ο κενός ή διαθέσιμος τόπος
#1696 · Feb 09, 2026
third-person singular present of ξέρω (xéro)
#1695 · Feb 08, 2026
ανδρικό όνομα
#1694 · Feb 07, 2026
για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
#1693 · Feb 06, 2026
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άθλιος