← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1005

March 20, 2024

β
ά
π
τ
ω
Ορισμόςρήμα

βάπτω — Βουτάω κάτι σε υγρό, συνήθως για να το βρέξω ή να το βάψω.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης