← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1009

March 24, 2024

δ
ε
σ
μ
ό
Ορισμός

δεσμό — αιτιατική ενικού του δεσμός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης