← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1016

March 31, 2024

ρ
ι
χ
τ
ά
Definition

ριχτά — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word