April 4, 2024
ουρών — Γενική πληθυντικού του «ουρός»: των ούρων, δηλ. του υγρού αποβλήτου που παράγουν τα νεφρά.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης