← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1028

April 12, 2024

χ
ο
ϊ
κ
ή
Definition

χοϊκή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοϊκός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word