← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1033

April 17, 2024

β
υ
τ
ί
α
Definition

βυτία — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυτίο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word