← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1035

April 19, 2024

κ
ο
υ
τ
ή
Definition

κουτή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word