← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1041

April 25, 2024

γ
ε
ί
σ
ο
Definition

γείσο — το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word