← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1057

May 11, 2024

δ
ί
ω
κ
ε
Definition verb

δίωκε — Προστακτική του «διώκω»: κυνήγα/καταδίωξε κάποιον, προσπάθησε να τον πιάσεις ή να τον διώξεις.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word