← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1069

May 23, 2024

β
ά
θ
ρ
α
Definition

βάθρα — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθρο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word