← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1080

June 03, 2024

τ
ρ
ί
τ
α
Definition

τρίτα — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίτο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word