← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1084

June 07, 2024

σ
φ
ή
κ
α
Definition

σφήκα — είδος εντόμου της τάξης Υμενόπτερα (λατινικά: Hymenoptera) με φαρμακερό κεντρί και με κίτρινες και μαύρες ρίγες

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word