← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1086

June 09, 2024

κ
α
π
ν
ό
Definition noun

καπνό — Ο καπνός είναι ο γκρίζος αέρας/ατμός που βγαίνει από φωτιά ή από τσιγάρο.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word