← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1109

July 02, 2024

ρ
α
φ
έ
ς
Definition noun

ραφές — Οι ραφές είναι οι γραμμές/ενώσεις από ράψιμο που ενώνουν κομμάτια υφάσματος ή δέρματος.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word