← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1115

July 08, 2024

τ
ί
μ
ι
ε
Definition adjective

τίμιε — Προσφώνηση που σημαίνει «αγαπητέ/σεβαστέ» (π.χ. σε επιστολές: «Τίμιε κύριε»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word