July 8, 2024
τίμιε — Προσφώνηση που σημαίνει «αγαπητέ/σεβαστέ» (π.χ. σε επιστολές: «Τίμιε κύριε»).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης