← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1123

July 16, 2024

π
ί
ρ
ο
ς
Definition

πίρος — ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση εξαρτημάτων ενός μηχανισμού ή μιας κατασκευής

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word