← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1125

July 18, 2024

τ
ί
λ
ι
α
Definition

τίλια — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίλιο

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word