← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1127

July 20, 2024

π
ε
ί
θ
ω
Definition

πείθω — κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσματικά να προβεί σε μια ενέργεια που αρχικά τον έβρισκε αντίθετο ή αδιάφορο, του αλλάζω γνώμη με επιχειρήματα ή με την άσκηση εντονότερης πίεσης, αλλά όχι με τη χρήση ωμής βίας

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word