← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1129

July 22, 2024

ο
χ
υ
ρ
ή
Definition adjective

οχυρή — Θηλυκό του «οχυρός»: καλά προστατευμένη ή ενισχυμένη, δύσκολη να καταληφθεί (π.χ. θέση/άμυνα).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word