← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1140

August 02, 2024

α
π
ά
γ
ω
Definition

απάγω — με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλησή του, συνήθως για να απαιτήσω χρήματα από άλλους για την απελευθέρωσή του

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word