← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #1143

August 05, 2024

α
υ
γ
έ
ς
Definition

αυγές — ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγή

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word