August 18, 2024
μίνιο — κοκκινωπό υλικό, παρασκευασμένο από οξείδια του μολύβδου, σε ρευστή μορφή ή σε σκόνη, που χρησιμοποιείται σαν υπόστρωμα βαφής σε μεταλλικά αντικείμενα για προστασία από τη σκουριά
View all Ελληνικά words
Report bad word