September 2, 2024
χωράς — Β΄ ενικό ενεστώτα του «χωράω»: έχεις αρκετό χώρο ή μπορείς να μπεις/να χωρέσεις κάπου.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης