September 4, 2024
ραίνε — Ραίνε: (προστακτική του «ραίνω») ράντισε, ψέκασε ή πασπάλισε κάτι με υγρό ή λεπτή ουσία.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης